Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε

Ο Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε ήταν Γερμανός φιλόσοφος, ο οποίος γεννήθηκε στην Άνω Λουσατία στις 19 Μαΐου του 1762 και απεβίωσε στις 27 Ιανουαρίου του 1814 στο Βερολίνο.
Υπήρξε η ιδρυτική μορφή του φιλοσοφικού κινήματος που έμεινε γνωστό ως «γερμανικός ιδεαλισμός», ο οποίος αναπτύχθηκε από τα θεωρητικού και ηθικού περιεχομένου κείμενα του Ιμμάνουελ Καντ.

Η σκέψη του στράφηκε προς την κατεύθυνση του ρομαντικού, υποκειμενικού ιδεαλισμού, ενώ μέσω των φιλοσοφικών του τοποθετήσεων κατόρθωσε να γεφυρώσει τις ιδέες που ανέπτυξε ο Καντ, από τον οποίο και εμπνεύστηκε σημαντικά, με τις αντιλήψεις του Γερμανού ιδεαλιστή Χέγκελ. Δίδαξε φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Ιένας, του Κένιξμπεργκ και της Κοπεγχάγης, καθώς και στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, από το 1810. Η συνεισφορά του ήταν αξιοσημείωτη, εξαιτίας των ενοράσεων του για την φύση της «αυτοσυνείδησης» ή αλλιώς της «αντίληψης του εαυτού», ενώ ασχολήθηκε παράλληλα με το ζήτημα της υποκειμενικότητας και της συνείδησης γενικότερα. Προέβη στην συγγραφή έργων με περιεχόμενο την πολιτική φιλοσοφία, ενώ θεωρείται ένα από τους «πατέρες» του γερμανικού εθνικισμού, και κυρίως σε ότι αφορά το ζήτημα του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού.

Πράγματι, ο Φίχτε υπήρξε ένθερμος εθνικιστής, συμβάλλοντας με το έργο και τον στοχασμό του στην αφύπνιση του γερμανικού λαού από τον γαλλικό ζυγό, με τον αγώνα του να τον καταστεί ένα γνήσιο σύμβολο και πρόδομο του γερμανικού εθνικισμού. Προσλαμβάνοντας τα ιστορικά ερεθίσματα της εποχής του, προσπάθησε να διαμορφώσει μια θεμελιώδη «μεγάλη ιδέα» για το γερμανικό έθνος, απέναντι στη στρατηγική ή στρατιωτική διαπερατότητα του γερμανικού χώρου από τους ναπολεόντειους ή τους άλλους στρατούς, και το πράγματι πολύπαθο των γερμανικών εδαφών. Έτσι, εισήγαγε την ιδέα της «υπεροχής», αναφερόμενος σε μια πνευματική υπεροχή, ως το αναγκαίο συστατικό του προτεινόμενου από αυτόν οραματικού ρόλου του έθνους του, που θα βασιζόταν σε μια διαδικασία ενοποίησης.

Το κίνημα του Διαφωτισμού είχε επιβάλλει τον κοσμοπολιτισμό στην γερμανική διανόηση του 18ου αιώνα, αλλά το κίνημα του Ρομαντισμού ήρθε να δώσει ώθηση προς μια νέα αναζήτηση, ενός κοινού αρχέγονου πνεύματος όλων των γερμανικών λαών, στοχεύοντας, συγχρόνως, στην καθαγίαση της λαϊκής παράδοσης. Το κίνημα αυτό επέφερε πολλούς καρπούς, φανερώνοντας ότι το μεγαλείο ενός έθνους έγκειται στην κουλτούρα και στον χαρακτήρα του, στοιχεία άσχετα από την πολιτική του μοίρα. Ωστόσο, η γερμανική διανόηση συνέχιζε να παραμένει ουσιωδώς κοσμοπολίτικη, παρά την αναφορά στις «μεγάλες ρίζες».

Εντούτοις, το αποφασιστικό σημείο που άλλαξε την μοίρα των γερμανικών, και όχι μόνο, πραγμάτων, υπήρξε η μάχη της Ιένας στις 14 Οκτωβρίου του 1806, όπου ο Ναπολέων συνέτριψε τους Πρώσους. Επακολούθησε η διάλυση, καθώς από την πλευρά των ηττημένων αφαιρέθηκαν το Ανόβερο, η Βεστφαλία και η Πολωνία, και αμέσως μετά η ταπείνωση. Τότε, όμως, ανάμεσα στα ερείπια φάνηκε ένας άνθρωπος που κατόρθωσε να μετατρέψει την ήττα αυτή σε ημέρα γεννήσεως του γερμανικού εθνικισμού και του νέου πνεύματος. Πρόκειται για τον Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε, ο οποίος τον χειμώνα του 1807 – 1808 εκφώνησε στο Βερολίνο, παρουσία και Γάλλων κατασκόπων, τους περίφημους «Λόγους προς το Γερμανικό Έθνος». Πρόκειται για ένα ιστορικό βήμα, καθώς απευθύνθηκε προς το ένα και ενιαίο γερμανικό έθνος, επιβάλλοντας στο κοινό του με αυτό τον τρόπο ότι η Γερμανία είναι μια, ότι πρέπει αυτονόητα να είναι ένα ενιαίο κράτος, και ότι αν δεν είναι το οφείλει στις ραδιουργίες των εχθρών της, των σκοτεινών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, προέβη στην ενεργό διεκδίκηση των υποκειμενικών δικαιωμάτων του ανθρώπου απέναντι στο κράτος, το οποίο υποστήριζε ότι όφειλε να διανέμει τόσα τα αγαθά, όσο και τις κοινωνικές του δραστηριότητες στον λαό.

Η πολιτική σκέψη του Φίχτε έχει πολύ μεγάλη σημασία, καθώς αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο θέλησε να σώσει το γερμανικό έθνος. Το επίτευγμα του έγκειται στο γεγονός ότι «υποχρέωσε» την γερμανική «ελίτ» να εγκαταλείψει αμέσως τον κοσμοπολιτισμό της και να αισθανθεί αυτό που είναι, δηλαδή γερμανική, οδηγώντας την έτσι να μιλάει για την άρρηκτη ενότητα του γερμανικού λαού, για την αρχέγονη εσωτερικότητα του, και την ειδική του αποστολή εντός της ιστορίας, κάτι που κατά τον φιλόσοφο πρέπει να ισχύει για κάθε έθνος.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι η ίδρυση του νεοελληνικού κράτους πραγματοποιήθηκε βασιζομένη στις διακηρύξεις του Φίχτε περί του «δικαίου του αίματος», ενώ η άποψη του ότι «Η ζωή του ατόμου δεν υπάρχει, καθότι δεν έχει καμία αξία από μόνη της και πρέπει να βυθιστεί στο τίποτα, ενώ αντίθετα μόνο η φυλή υπάρχει και μόνο αυτή πρέπει να θεωρείται ότι πραγματικά ζει», είναι πολύ χαρακτηριστική τόσο της κοσμοθέασης, όσο και των πολιτικών του πεποιθήσεων, καθώς μέσα από αυτή εκφράζει με ιδιαίτερη σαφήνεια την σχέση ατόμου και φυλής. Η φυλή είναι η μόνη που ζει αιώνια, ενώ τα άτομα αποτελούν στιγμιαίες εκφάνσεις της που θα παρέλθουν. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο οφείλει να ζει για την φυλή του και όχι να δρα εγωιστικά, το οφείλει ως ένας αναπόσπαστος κρίκος στην αλυσίδα των γενεών, γεγονός που αυτομάτως συνεπάγεται την σύνδεση του με ανώτερες αξίες και ιδανικά, όπως είναι η φιλοπατρία, η γενναιότητα και η αυτοθυσία.

Αντεπίθεση