Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Παρίστανε την αφροαμερικανίδα για να πληρώνεται ο “αντιρατσισμός” της - Τι μας θυμίζει άραγε;

Μια, όντως, διδακτική, αλλά και θλιβερή, ιστορία κάνει τον γύρο του κόσμου τις τελευταίες ημέρες. Πρωταγωνίστρια της όλης υπόθεσης η Ρέιτσελ Ντολεζάλ, ακαδημαϊκός, με μακρά πορεία υπεράσπισης των αφροαμερικανών στο Σποκέιν των ΗΠΑ,
η οποία αν και σε εκδηλώσεις και βιβλία παρουσιαζόταν ως αφρικανικής καταγωγής, τελικά αποκαλύφθηκε, από τους ίδιους τους γονείς της, ότι είναι λευκή! Από τότε που ξεκίνησε να ζει με τα τέσσερα υιοθετημένα μαύρα αδέρφια της η Ρέιτσελ Ντολεζάλ, ανέπτυξε μία ιδιαίτερη συμπάθεια για την αφροαμερικανική φυλή.

Μεγαλώνοντας διάλεξε ένα κολλέγιο στο οποίο θα μπορούσε να εμβαθύνει στα φυλετικά ζητήματα και λίγο αργότερα, παντρεύτηκε έναν αφροαμερικανό και έχτισε μια καριέρα ως συνήγορος για τα δικαιώματα των πολιτών. Η πορεία της ήταν συνεχώς ανοδική. Έγινε καθηγήτρια Αφρικανικών Σπουδών σε Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον και μία από τις πιο εξέχουσες ακτιβίστριες της πολιτείας. Η άποψή της μάλιστα είχε πάντοτε ισχύ, ενώ ΜΜΕ τοπικής ακόμα και εθνικής εμβέλειας φιλοξενούσαν συχνά – πυκνά δηλώσεις της για φυλετικά ζητήματα. Η αποκάλυψη ήρθε μετά τον ντόρο που προκάλεσαν στις ΗΠΑ οι καταγγελίες της 37χρονης Ντολεζάλ ότι έχει δεχτεί απειλές κατά της ζωής της και ότι έχει πέσει θύμα τουλάχιστον 9 επιθέσεων μίσους. Τα τοπικά μέσα ενημέρωσης του Σποκέιν ήρθαν σε επαφή με τους γονείς για να δουν πώς σχολιάζουν τις καταγγελίες της κόρης τους, όμως το ρεπορτάζ πήρε εντελώς διαφορετική τροπή, αφού οι γονείς της αποκάλυψαν πως η κόρη τους δεν είναι Αφροαμερικανή, αλλά είναι γερμανικής και τσεχικής καταγωγής και κάποιος πρόγονός της ήταν αυτόχθων Αμερικανός!

«Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό;» αναρωτήθηκαν όλοι όσοι γνώριζαν την Ντολεζάλ, μία γυναίκα με φαινομενικά σκούρο δέρμα, άφρο κόμμωση και αφροαμερικάνικη προφορά. Μία γυναίκα που κατήγγειλε στην αστυνομία ότι έπεσε θύμα λευκών ρατσιστών, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να αφήσουν ακόμα και μια θηλιά στο γκαράζ της. Μία γυναίκα που μίλησε για το πόσο «υπέφερε» στα χέρια των λευκών μέχρι να αναρριχηθεί στη θέση στην οποία βρίσκεται. Τα ερωτηματικά είναι πολλά, το κουβάρι όμως άρχισε να ξετυλίγεται. Σύμφωνα με την Ρούθαν και τον Λάρρυ Ντόλεζαλ, όλα ξεκίνησαν όταν η Ρέιτσελ, μετά το διαζύγιό της το 2004, ξεκίνησε να υιοθετεί μια διαφορετική εμφάνιση. Άρχισε να φοράει όλο και πιο σκούρο μέικαπ, να αλλάζει το χτένισμά της και να θυμίζει με τη συμπεριφορά της όλο και περισσότερο αφροαμερικανή γυναίκα. «Η Ρέιτσελ θέλησε να γίνει κάποια που δεν είναι. Επέλεξε να μην είναι ο εαυτός της, αλλά να εμφανίζεται ως μία αφροαμερικανή ή μιγάδα, και αυτό απλά δεν είναι αλήθεια», είπε η μητέρα της, η οποία για να αποδείξει τα λεγόμενά της έδειξε φωτογραφίες της κόρης της όταν ήταν έφηβη με μακριά ξανθά μαλλιά και μπλε μάτια, ενώ για να γίνει πιο πειστική επέδειξε και το πιστοποιητικό γέννησής της.

Είναι, βεβαίως, πολλά αυτά τα οποία θα μπορούσαν να ειπωθούν γι αυτή την απάτη, γιατί περί απάτης πρόκειται. Πέρα από τα ενδεχόμενα προσωπικά ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία έχουν να κάνουν τόσο με το σύμπλεγμα κατωτερότητας όσο και το σύνδρομο της λευκής ενοχής, σύμφωνα με το διαμορφωμένο και επιβαλλόμενο «πολιτικά ορθό» κλίμα στις ΗΠΑ, υπάρχει κι άλλος παράγοντας. Η προσπάθεια άρνησης της καταγωγής της συνδέεται και με την επιχείρηση εξυπηρέτησης των στενών συντηρητικών της συμφερόντων, καθώς η εικόνα της ως αφροαμερικανίδας ακτιβίστριας της άνοιγε πολύ πιο εύκολα τις πόρτες της συστημικής ενσωμάτωσης και της κοινωνικής καταξίωσης, απ΄ότι αν εμφανιζόταν απλώς ως μια λευκή αντιρατσίστρια. Πέρα, όμως, από την ξεκάθαρη εξαπάτηση γύρω από την ταυτότητά της που επιχείρησε να κάνει, υπάρχει και κάτι παραπάνω, καθώς, όπως όλα δείχνουν, οι καταγγελίες της ότι έχει πέσει θύμα τουλάχιστον 9 ρατσιστικών επιθέσεων είναι ψευδείς. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι οι αρχές της περιοχής εξετάζουν το ενδεχόμενο να της αποδώσουν κατηγορίες και για τις εννέα περιπτώσεις που ισχυρίστηκε ότι έπεσε θύμα ρατσισμού.

Μια πραγματικά διδακτική όσο και θλιβερή ιστορία, η οποία δείχνει ότι πίσω από τον «αντιρατσισμό», πολλές φορές, εξυπηρετούνται φτηνά ατομικά συμφέροντα κοινωνικής και επαγγελματικής ανέλιξης.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ