Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Κορνήλιος Ζελέα Κοντρέανου Μέρος 2ο

Λίγες εβδομάδες αργότερα μετά την δημιουργία της Ένωσης η δουλική στο Σιωνισμό Ρουμανική Κυβέρνηση τρομοκρατημένη από την απήχησή της στον Ρουμανικό λαό φροντίζει να υπερασπίσει τα αφεντικά της.
Ψηφίζει νομοθεσία με την οποία δίνεται υπηκοότητα σε όλους τους σιωνιστές που κατοικούσαν στη χώρα, ακόμη και αν οι τελευταίοι δεν είχαν πάει καν στο στρατό. Προϋπόθεση που ίσχυε μετά το πέρας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη δημιουργία του νεοσύστατου κράτους στα τέλη του 18ου αιώνα.

Ο Κοντρεάνου στο άκουσμα της είδησης γράφει στην αυτοβιογραφία του. «Ήταν κάτι το τρομερό. Ήθελα να κλάψω. Πώς μπορούν αυτοί οι προδότες που μας κυβερνούν να δίνουν στους διαφθορείς του Έθνους μας τα ίδια δικαιώματα με εμάς;».

Η αρχική του οργή όμως γίνεται η τελική σπίθα που θα φουντώσει την Εθνικιστική φλόγα που σιγοκαίει στην ψυχή του. Ο Αγώνας του έκτοτε είχε ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Ο νεαρός Ρουμάνος Εθνικιστής στη μάχη για την απελευθέρωση της πατρίδας του δε θα διανοηθεί ποτέ να υποχωρήσει μαζί με τους συναγωνιστές του.

Χαρακτηριστική είναι η σύλληψή του το Φθινόπωρο του 1923 όταν και πιάστηκε από την αστυνομία του Βουκουρεστίου, οδηγούμενος με 6 συντρόφους του στον Εισαγγελέας της πόλης. Πάνω τους βρέθηκαν όπλα και πολεμικό υλικό. Στην ερώτηση του Εισαγγελέα «τι θα τα κάνατε τα όπλα;» ο αγέρωχος Κοντρεάνου θα απαντήσει με απαράμιλλο θάρρος. «Τα θέλαμε για να εκτελέσουμε τους υπουργούς, τους ραβίνους και τους μεγαλοτραπεζίτες!», αναφέροντας ονόματα των Ρουμάνων πολιτικών και άλλων που βρίσκονταν στη μαύρη λίστα.(Μπερκοβίτσι, Ρόσενθαλ, Φίλντερμαν, Χόνιγκμαν κ.α.). Ο Εισαγγελέας με τους ανακριτές μένουν αποσβολωμένοι μπροστά στον ήρωα. Θα ψελλίσουν μονάχα: «Δεν έχετε μετανιώσει που θέλατε να τους σκοτώσετε;». Η απάντηση ενδεικτική του πνεύματος της αυτοθυσίας που διακρίνει τον Εθνικιστή – μαχητή/ιδεολόγο: «Δεν μετανιώνουμε για τίποτα… Εάν εμείς έχουμε αιχμαλωτιστεί, δεν ανησυχούμε. Πίσω μας αφήνουμε δεκάδες χιλιάδες σαν και εμάς!». Ο Κοντρεάνου και οι σύντροφοί θα κλειστούν στη φυλακή. Τίποτα όμως δεν μπορεί να σταματήσει μια Ιδέα όταν έχει έρθει η ώρα της να επικρατήσει.

Και το παραπάνω ρητό επιβεβαιώνεται πλήρως όταν στη δίκη του Κοντρεάνου, για την πρόθεσή του να δολοφονήσει πολιτικοοικονομομικούς και θρησκευτικούς παράγοντες, οι ρουμάνοι δικαστές, ακόμη και όταν ο Κοντρεάνου αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη της πράξης και του σχεδιασμού, θα τον αθωώσουν. Οι σύντροφοί του που έχουν συγκεντρωθεί έξω από το δικαστικό μέγαρο ξεσπούν σε πανηγυρισμούς. Ο ηγέτης τους είναι ελεύθερος και παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης παρασύροντας σε ζητωκραυγές το πλήθος. Ο μόνος που θα μείνει για λίγο στη φυλακή θα είναι ο Ίων Μόττα.

Ο Κοντρεάνου μαζί με τη νεολαία της Ένωσης («Αδερφότητα του Σταυρού») επιστρέφουν στο Ιάσιο και ετοιμάζουν τα νέα γραφεία του Κινήματος. Είναι τέτοια η πίστη και η ικανότητά τους που θα δουλεύουν όλοι νυχθημερόν, μόνο με τα χέρια τους, καθώς δεν είχαν έσοδα ούτε για να αγοράσουν τα απαραίτητα, όπως τσιμέντο. Από την αυταπάρνησή τους στο σκοπό τους οι Ρουμάνοι θα εκστασιαστούν και θα βοηθήσουν. Μάταια η αστυνομία προσπαθεί με γκλoπς, ξύλα, φυλακίσεις ακόμη και με σφαίρες να τους σταματήσει. Η Θέλησή τους είναι πιο δυνατή από κάθε σφαίρα και φυλακή.

 Δεν αρκεί όμως. Το πολιτικό σύστημα της χώρας όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Κοντρεάνου είναι υποταγμένο πλήρως. Είτε το απαρτίζουν εργάτες, είτε δεξιοί, είτε στρατηγοί, όλοι τους εξυπηρετούν τα ίδια συμφέροντα με διαφορετικό περιτύλιγμα για ιδεολογία. «Το μόνο πραγματικό τους κίνητρο, ήταν το πάθος για προσωπικό κέρδος» θα γράψει ο Κοντρεάνου.

Ο αστυνομικός διοικητής του Ιασίου, Μανκίου θα συνεχίσει την αντεθνική και προκλητική του δράση καθ’ υπόδειξη των ανωτέρων του. Κατά τη διάρκεια δίκης νεολαίου της Ένωσης το 1925 ο Κοντρεάνου θα παραστεί για ψυχολογικούς λόγους ώστε να στηρίξει το νεαρό κατηγορούμενο. Ο Μανκίου πληροφορείται την παρουσία του Εθνικιστή Ηγέτη και με προβοκατόρικο τρόπο θα επιδιώξει να τον προκαλέσει. Στέλνει δίπλα του και πίσω του αστυνομικούς και ο ίδιος έρχεται προς το μέρος του απειλητικά. Ο Κοντρεάνου δεν θα διστάσει. Δεν θα κάνει ούτε βήμα πίσω. «Μπαμ – Μπάμ». Ο δολοπλόκος, μέθυσος και μοιχός Μανκίου κείται νεκρός και ο Κοντρεάνου όρθιος με το βλέμμα του να καθηλώνει τους αστυνομικούς στέκει ακίνητος, ατάραχος και παραδίδεται.

Η δίκη του στο Σεβερίν θα αποδείξει το έρεισμα του Εθνικιστή Ηγέτη στο ρουμανικό λαό. Οι δικαστές μαζί με τους ενόρκους στο αντίκρισμα του Κοντρεάνου θα υποκλιθούν και θα βροντοφωνάξουν: «Αθώος». Οι χιλιάδες σύντροφοί του που έχουν κατακλύσει το δικαστικό μέγαρο, μαζί με τους επιφανείς πολίτες της χώρας που κατέθεσαν υπέρ του θα παρελάσουν στους δρόμους της πόλης και κρατώντας σημαίες της Ρουμανίας δηλώνουν την πίστη τους στον «Capitan».

Στα επόμενα δύο χρόνια που ακολούθησαν ο Κοντρεάνου θα παντρευτεί , θα συνεχίσει τις σπουδές του στη Γαλλία και θα πάρει το διδακτορικό του και το Μάιο του 1927 θα επιστρέψει στην αγαπημένη του Ρουμανία όπου ο «αιώνιος εχθρός» έχει διεισδύσει στο Κίνημα μετά την σύντομη απουσία του Ηγέτη του και την έχει διασπάσει.

Ο Κοντρεάνου έχει Θέληση, Πιστεύει και θα συνεχίσει να Αγωνίζεται. Μαζί με λιγοστούς συντρόφους του στις 20 Ιουνίου του ίδιου έτους, θα δημιουργήσει, με θρησκευτική χριστιανική τελετή τη «Λεγεώνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ».

Η «Σιδηρά Φρουρά» έχει γεννηθεί. Το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα της Ρουμανίας και ο Αρχηγός του μαζί με τους λεγεωνάριους και πάλι στις επάλξεις. Για την Ελευθερία της Πατρίδας του.

Η προσωπογραφία του Ηγέτη του Ρουμανικού Εθνικισμού θα ολοκληρωθεί στο τρίτο μέρος.

Corneliu Zelea Codreanu: Presente!

Αινείας